αὐτίκ


αὐτίκ
тотчас

Ancient Greek-Russian simple. 2014.

Смотреть что такое "αὐτίκ" в других словарях:

  • αὐτίκ' — αὐτίκα , αὐτίκα forthwith indeclform (adverb) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ARATUS — I. ARATUS Cnidius, Historiam Aegypti scripsit. II. ARATUS Poeta Solensis, tempore Ptolemaei Philadelphi, in aula Antigoni Gonatae, fil. Demetrii Poliorcetae plerumque versatus. Scripsit, quae exstant φαινόμενα et Διοσήμεια, in quibus situm, motum …   Hofmann J. Lexicon universale

  • GENETES — portus et fluv. Arrian. Steph. unde Genetaeum prom. in quo templum fuit Hospitalis Iovis, quem Xenion vocant. Steph. Val. Flacc. Argon. l. 5. v. 147. Inde genetaei rupes Iovis: Apollon. Τοὺς δὲ μετ᾿ αὐτίκ᾿ ἔπειτα Γενηταίου Διὸς ἄκην Γνάμψαντες,… …   Hofmann J. Lexicon universale

  • επαρτύω — ἐπαρτύω και ἐπαρτύνω (Α) 1. προσαρμόζω, συναρμόζω, εφαρμόζω («αὐτίκ ἐπήρτυε πῶμα», Ομ. Οδ.) 2. ετοιμάζω, παρασκευάζω 3. κάνω κάτι νόστιμο, γευστικό. [ΕΤΥΜΟΛ. < επί + αρτύω «παρασκευάζω, ετοιμάζω»] …   Dictionary of Greek

  • ευαγγέλιο — Στη χριστιανική Εκκλησία ο όρος χαρακτηρίζει τα τέσσερα πρώτα βιβλία της Καινής Διαθήκης, τα οποία, σύμφωνα με την παράδοση, έγραψαν ο Ματθαίος, ο Μάρκος, ο Λουκάς και ο Ιωάννης. Γραμμένα στην ελληνική γλώσσα, τα Ε. διηγούνται τα γεγονότα της… …   Dictionary of Greek

  • οίομαι — οἴομαι, επικ. τ. ὀΐομαι, συνηρ. τ. οἶμαι και ενεργ. τ. οἴω, επικ. τ. ὀΐω, λακων. τ. οἰῶ (Α) 1. προαισθάνομαι, προμαντεύω, προβλέπω («γόον δ ὠΐετο θυμός», Ομ. Οδ.) 2. προσδοκώ, περιμένω να συμβεί κάτι 3. υποπτεύομαι, υποψιάζομαι («ἦ τινά που δόλον …   Dictionary of Greek